Αρχείο ετικέτας jazz

07. GoGo Penguin – Man Made Object


Η φετινή ανακάλυψη της χρονιάς είναι οι GoGo Penguin και είμαι τόσο περήφανη, όπως τότε που είχα ανακαλύψει τους Badbadnotgood. Δεν ξέρω πώς έπεσα επάνω τους, αλλά έμεινα στην κυριολεξία με το στόμα ανοικτό. Αν έχετε ακούσει Esbjörn Svensson Trio θα με καταλάβετε.

Λοιπόν, να μη σας τα πολυλογώ πάντα μου άρεσε η jazz, ναι η jazz, τι κοιτάτε; Και αυτοί εδώ οι Βρετανοί από το Madchester είναι ακριβώς η jazz που απολαμβάνω. Και έχουν βγάλει άλλους δύο εξίσου εξαιρετικούς δίσκους και τους άκουσα και αυτούς και γενικά πολλά θαυμαστικά για τη δουλειά τους, με δυνατές μπασογραμμές, ευαίσθητες και μελωδίες στο πιάνο και φυσικά ηλεκτρονικά στοιχεία. Συναισθηματικοί, ωραίοι, μετρημένοι και στο Man Made Object. Παντός καιρού για εμάς τις κουλτουριάρες…

Advertisements

09. BadBadNotGood – III


a0977447903_2Ορίστε και μια επιλογή που δικαιολογεί το όνομα αυτού του blog. Οι BadBadNotGood (BBNG) είναι το μουσικό τρίο από το Toronto του Καναδά και είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετικοί γι΄αυτό που κάνουν. Απαρτίζεται από τους Matthew Tavares, Chester Hansen και Alexander Sowinski. Συναντήθηκαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους και ένωσαν τις δυνάμεις τους λόγω της αγάπης τους προς τους MF DOOM και Odd Future. Παίζουν κάτι μεταξύ ηλεκτρονικής jazz και ορχηστρικής hip-hop, αλλά με συναίσθημα που σε σημεία θυμίζει και λίγο Chet BakerΑν και έχουν ξεκινήσει την καριέρα τους από το 2010, οπότε και γίνονται γνωστοί για τις διασκευές τους σε hip hop κομμάτια, αποτελούν την καλύτερη φετινή μου ανακάλυψη, για την οποία δε θα κρύψω τον ενθουσιασμό μου. Είναι όλοι τους τόσο νέοι που στο δεύτερό τους album «BBNG2» του 2012 υπήρχε η σημείωση «No one above the age of 21 was involved in the making of this album.» Το «ΙΙΙ» είναι ο τρίτος και πιο πρόσφατος δίσκος τους, που ακούω και ξανακούω, χωρίς να χορταίνω. Για να μην αρχίσω να μιλάω για το απίστευτο ταλέντο του Hansen στο μπάσο. Ακούστε τους!

 

 

Freddy Cole Quartet στο Half Note


Από Παρασκευή 21 έως και Πέμπτη 27 Ιανουαρίου ο Freddy Cole και το κουαρτέτο του, εμφανίζονται στο Half Note.

Ο μικρότερος αδελφός του Nat “King” Cole, καλλιέργησε αυτόνομα το εξαιρετικό και ξεχωριστό του ταλέντο και έχει αναδειχθεί σε έναν κορυφαίο τραγουδιστή της τζαζ. Η φωνή του είχε – και έχει – ένα παρόμοιο «χρώμα» με αυτό του Nat “King” Cole, όμως ο Freddy ανέπτυξε μια ευδιάκριτη και ξεχωριστή καλλιτεχνική προσωπικότητα…

Για περισσότερες πληροφορίες στο Half Note

Οι Club des Belugas ξανά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη


Οι Club des Belugas, μια από τις πρωτοπόρες και αξιόλογες μπάντες στη nu-jazz μουσική επιστρέφουν ξανά στην Ελλάδα.

Θα παίξουν για μία ακόμη φορά απολαυστική nu-jazz, swing και funk μουσική την Παρασκευή 28 Ιανουαρίου στο Principal club στη Θεσσαλονίκη και Σάββατο 29 Ιανουαρίου στο GAGARIN 205.

Ο Maxim Illion, -συνθέτης  και παραγωγός ( που θεωρείται ο καλύτερος  παραγωγός τις Nu jazz στην Γερμανία ) σε συνδυασμό με  τους  καταπληκτικούς μουσικούς τις μπάντας  και την μαγευτική φωνή της Brenda Boykin ξέρει να  ξεσηκώνει το κοινό,  συνδυάζοντας με μοναδική δημιουργικότητα, φαντασία και ένταση  τη σύγχρονη Lounge & Nu-jazz μουσική με Βραζιλιάνικους ρυθμούς, swing και soul των ’50s,’60s και ’70s.

Το 2002 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ με τον τίτλο «Caviar at 3 a.m.» , ενώ το 2003 κυκλοφόρησε το 2ο άλμπουμ  «Minority Tunes», στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν οι δυο  Νο1 επιτυχίες  «Hip hip chin chin» και «Gadda Rio».

Το 2006 οι  Club des Belugas εμπλούτισαν την παγκόσμια μουσική σκηνή με ένα πραγματικό αριστούργημα  το «Apricoo soul» που ψηφίστηκε ως το καλύτερο άλμπουμ του 2006 «Best CD of the year 2006».

Το 2007  κυκλοφόρησε το  «Best of Club des Belugas» και το 2008 το «SWOP«, που επίσης ψηφίστηκε το καλύτερο για την χρονιά 2008 “Best CD of the year 2008” στο: http://www.shirokko.de/best2008.htm.

 

Πληροφορίες :

Θεσ/νίκη
28 Ιανουαρίου –Principal club –ώρα έναρξης – 21.30
Προπώληση εισιτηρίων – Metropolis
Τιμή εισιτηρίου –  20 ευρώ (προπώληση), 25 ευρώ (ταμείο)

Αθήνα
29  Ιανουαρίου Gagarin205, ώρα έναρξης – 21.30
Τιμή εισιτηρίου: 25 ευρώ (προπώληση), 28 ευρώ (ταμείο)
Προπώληση εισιτηρίων :  www.ticketservices.gr

Πηγή: Mind Radio

B.B. King


B.B. King, Ο Βασιλιάς των Blues

Το βασίλειό του ως βασιλιάς των Blues ήταν μεγαλύτερο και σε διάρκεια και σε έκταση από οποιουδήποτε άλλου μονάρχη σε αυτόν εδώ τον πλανήτη. Ο B.B. King συνεχίζει να φοράει την κορώνα του λίγο στραβά, αλλά πάντα σταθερά. Σε ηλικία 85, είναι ακόμη όρθιος, τραγουδάει και παίζει την κιθάρα στο ρυθμό των blues με αμείωτο πάθος. Δε φαίνεται να τον επηρεάζει και να τον αγγίζει ο χρόνος, τον βοηθάει μόνο στο να τον κάνει όλο και πιο διάσημο, πιο αξιολάτρευτο και πιο επίκαιρο από ποτέ.

Για περισσότερο από έναν αιώνα, ο Riley B. King – το κανονικό του όνομα – καθόρισε και προσδιόρισε τα blues για ένα παγκόσμιο κοινό. Από τη στιγμή που ξεκίνησε να ηχογραφεί, ήδη από τη δεκαετία των ’40s, κυκλοφόρησε κοντά πενήντα albums, τα περισσότερα πια κλασικά και διαχρονικά. Γεννήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου, το σωτήριον έτος 1925, σε μία φυτεία της πόλης Itta Bena στο Mississippi. Στα νιάτα του, έπαιζε όπως οι περισσότεροι στις γωνιές του δρόμου για πενταροδεκάρες και μερικές φορές τύχαινε να παίξει και σε τέσσερις πόλεις τη βραδιά. Το 1947 έκανε ωτοστόπ με κατεύθυνση το Memphis, με ένα και μόνο λόγο: να ξεκινήσει τη μουσική του καριέρα. Το Memphis ήταν το μόνο μέρος που κάθε σημαντικός μουσικός του Νότου προσγειωνόταν, αφού ήταν το επίκεντρο μιας μεγάλης μουσικής κοινότητας και εκεί όπου μπορούσες να ακούσεις όλα μα όλα τα είδη της Αφρο-Αμερικανικής μουσικής. Ο B.B. έμεινε με το ξαδερφάκι του τον Bukka White και φυσικά έναν από τους πιο γνωστούς blues ερμηνευτές της εποχής του, που μύησε ακόμη περισσότερο το μικρό τότε B.B. στην τέχνη της συγκεκριμένης μουσικής.

Η πρώτη επιτυχία του B.B. ήρθε το 1948 όταν εμφανίστηκε με τον Sonny Boy Williamson σε ραδιοφωνικό πρόγραμμα στο σταθμό KWEM, λίγο έξω από τα δυτικά του Memphis. Αυτό οδήγησε σε μόνιμη συνεργασία με το Avenue Grill στο δυτικό Memphis και αργότερα σε ένα δεκάλεπτο spot, που παίχτηκε στο ραδιοφωνικό σταθμό WDIA, διοικούμενος και με εργαζόμενους αποκλειστικά και μόνο μαύρους. Το «Spot του King» έγινε τόσο περιζήτητο που κατέληξε να μετονομαστεί σε «Sepia Swing Club». Σύντομα ο B.B. δούλευε εκεί ως μόνιμος disc jockey και ερμηνευτής, αλλά χρειαζόταν ένα πιο ‘πιασάρικο’ ραδιοφωνικό όνομα. Ξεκίνησε με το ‘Beale Street Blues Boy’, για να το μικρύνει σε Blues Boy King και να καταλήξει στο περίφημο B.B. King.

Μέσα δεκαετίας των ’50s και ενώ ο B.B. έπαιζε σε ένα χορό στο Twist του Arkansas, μερικοί από το κοινό άρχισαν τις φασαρίες. Δύο από αυτούς ξεκίνησαν καυγά, που κατέληξε στο να καεί η αίθουσα του χορού. Ο B.B. έφυγε τρέχοντας προς την έξοδο κινδύνου όπως και όλοι οι υπόλοιποι, αλλά συνειδητοποίησε ότι είχε αφήσει πίσω του την πολυαγαπημένη του ακουστική κιθάρα των $30, έτσι ξαναγύρισε μέσα στη φλεγόμενη αίθουσα για να τη σώσει, κινδυνεύοντας να καεί ζωντανός. Όταν αργότερα έμαθε ότι ο λόγος του καυγά ήταν ήταν για μία γυναίκα ονόματι Lucille, αποφάσισε να βαφτίσει με το ίδιο όνομα και την κιθάρα του, για να του θυμίζει ότι δεν πρέπει να κάνεις τέτοιου είδους τρέλες, δηλαδή να τσακώνεσαι για μία γυναίκα. Από τότε καθεμία από τις  κιθάρες Gibson-σήμα κατατεθέν του τις φωνάζει Lucille.

Λίγο μετά την πρώτη του Νο1 επιτυχία του με το «Three O’Clock Blues», ο B.B. άρχισε να περιοδεύει σε ολόκληρη τη χώρα. Το 1956, αυτός και η ορχήστρα του έκανα σερί 342 καθημερινές εμφανίσεις. Από τα πιο μικρά καταγώγια, ταβερνεία, αίθουσες χορού μέχρι σε τεράστιες rock αίθουσες, μέγαρα μουσικής, πανεπιστήμια, ξενοδοχεία και αμφιθέατρα, εντός και εκτός Αμερικής, ο B.B. έγινε ο πιο γνωστός blues μουσικός των τελευταίων 40 ετών.

Με το πέρασμα του χρόνου, ο B.B. διαμόρφωσε και εξέλιξε το δικό του χαρακτηριστικό παίξιμο και ήχο στην κιθάρα. Δανείστηκε πολλά από τους Blind Lemon Jefferson, T-Bone Walker και άλλους, αναμειγνύοντάς τα με την ακρίβεια και το παίξιμο που μοιάζει σα να τραγουδάει, στοιχεία που είναι κανόνες για τους κιθαρίστες της rock. Το ύφος του επηρέασε και έγινε πρότυπο για χιλιάδες μουσικούς από τον Eric Clapton και τον George Harrison μέχρι τον Jeff Beck. Ο B.B. ανακάτεψε δημιουργικά παραδοσιακά blues, jazz, swing, mainstream pop και παρουσίασε το δικό του μοναδικό ήχο. Ο ίδιος λέει ότι, «Όταν τραγουδάω, παίζω στο μυαλό μου κιθάρα. Τη στιγμή που σταματάω να τραγουδάω με τη φωνή, αρχίζω να τραγουδάω με τη Lucille».

To 1968, o B.B. εμφανίστηκε στο περίφημο Newport Folk Festival και στο Fillmore West του Bill Graham με τους κορυφαίους σύγχρονους rock καλλιτέχνες της εποχής, που τον έχουν ως πρότυπο και τον παρουσίασαν σε ένα ευρύ λευκό ακροατήριο. Το 1969, ο B.B. επιλέχθηκε από τους Rolling Stones να ανοίξει 18 συναυλίες τους στις Η.Π.Α.

Τώρα αν μιλάμε για διακρίσεις, ο Βασιλιάς είναι από τους πιο τυχερούς καλλιτέχνες του είδους. Εισήχθη στο Blues Foundation Hall of Fame το 1984 και στο Rock and Roll Hall of Fame το 1987. Έλαβε το NARAS’ Lifetime Achievement Grammy Award το1987 καθώς και τιμητικό ντοκτορά από το Tougaloo(MS) College το 1973, το Yale University το 1977, το Berklee College of Music το 1982 το Rhodes College of Memphis το 1990, το Mississippi Valley State University το 2002 και το Brown University το 2007.

Το 1991, άνοιξε τις πόρτες του το B.B. King’s Blues Club στην κεντρική λεωφόρο της διασκέδασης του Memphis, την Beale Street και το 1994 ένα δεύτερο club στο  Universal CityWalk του Los Angeles. Ένα τρίτο club στην Times Square της Νέας Υόρκης άνοιξε τον Ιούνιο του 2000, όλα αυτά σε περίπτωση που επισκεφθείτε τις Η.Π.Α.

Αν κάποιοι από εσάς θελήσετε να ακούσετε κάποια από τα κλασικά του κομμάτια, τότε προτιμήστε τα «Payin’ The Cost To Be The Boss,» «The Thrill Is Gone», «How Blue Can You Get», «Everyday I Have The Blues» και «Why I Sing The Blues» που αποτελούν και τα αγαπημένα των ακροατών του στις συναυλίες του. Όλα αυτά τα χρόνια ο μεγάλος καλλιτέχνης είχε δύο Νο1 R&B hits, το «Three O’Clock Blues» του 1951 και το «You Don’t Know Me» του 1952 και τέσσερα Νο2 R&B hits, το «Please Love Me» του 1953, το «You Upset Me Baby» του 1954, το «Sweet Sixteen, Part I» του 1960 και το «Don’t Answer The Door, Part I«, του 1966.

Αυτό βέβαια με το οποίο τον έμαθαν και οι πέτρες είναι αδιαμφισβήτητα το «The Thrill Is Gone» του 1970, το οποίο δεν πήγε πάνω από το Νο15 στα pop charts.

Πηγή: B.B. King Official Website

Δισκογραφία: Wikipedia

Albums

Year Album RIAA Certification
1956 Singin’ the Blues (Crown Records)
1958 The Blues (Crown Records)
1959 Sings Spirituals (Crown Records)
1961 My Kind of Blues
1962 Mr. Blues
1963 Blues in My Heart
1965 Live at the Regal (live)
1966 Confessin’ the Blues
1967 Blues Is King
The Jungle
1968 Blues on Top of Blues
Lucille
The Kings’ Jam (Live Bootleg) (w/Jimi Hendrix Live From the Generation Club, NY)
1969 Live & Well
Completely Well
1970 Indianola Mississippi Seeds
1971 Live in Cook County Jail
B. B. King in London
1972 Guess Who
L.A. Midnight
1973 To Know You Is To Love You
1974 Together for the First Time…Live (With Bobby ‘Blue’ Bland) Gold
1974 Friends
1975 Lucille Talks Back
1976 Bobby Bland and B. B. King Together Again…Live
1977 King Size
1978 Midnight Believer
1979 Take It Home
1980 Now Appearing at Ole Miss (live)
1981 There Must Be a Better World Somewhere
1982 Love Me Tender
1983 Why I Sing the Blues
1985 Six Silver Strings
1990 B. B. King and Sons Live (live)
1991 Live at San Quentin
Live at the Apollo (live)
There is Always One More Time
1992 King of the Blues
1995 Lucille & Friends
1996 Favorite Gospel Hymns
1997 Deuces Wild Gold
1997 Best of King Platinum
1998 Blues on the Bayou
1999 Live in Japan
Let the Good Times Roll
2000 Riding with the King 2x Multi-Platinum
Makin’ Love Is Good for You
2003 Reflections
2004 Gospel Blues
2005 The Ultimate Collection
B. B. King & Friends: 80
2007 The Best of the Early Years
2007 Forever Gold: B. B. King Live
2008 Live
2008 One Kind Favor
2009 Live At The BBC

Singles

Year Name Chart
R&B Pop Rock UK[1]
1949 «Miss Martha King» (Bullet)
1949 «Got the Blues»
1950 «Mistreated Woman» (RPM)
«The Other Night Blues»
«I Am»
«My Baby’s Gone»
1951 «B. B. Blues»
«She’s a Mean Woman»
«Three O’Clock Blues» #1
1952 «Fine-Looking Woman»
«Shake It Up and Go»
«Someday, Somewhere»
«You Didn’t Want Me»
«Story from My Heart and Soul» #9
1953 «Woke Up this Morning with a Bellyache»
«Please Love Me» #1
«Neighborhood Affair»
«Why Did You Leave Me»
«Praying to the Lord»
1954 «Love Me Baby»
«Everything I Do Is Wrong»
«When My Heart Beats Like a Hammer» #8
«You Upset Me Baby» #1
1955 «Sneaking Around» #14
«Every Day I Have the Blues«[2] #8
«Lonely and Blue»
«Shut Your Mouth»
«Talkin’ the Blues»
«What Can I Do (Just Sing the Blues)»
«Ten Long Years»[3] #9
1956 «I’m Cracking Up Over You»
«Crying Won’t Help You» #15
«Did You Ever Love a Woman?»
«Dark Is the Night, Pts. I & II»
«Sweet Little Angel« #6
«Bad Luck»[4] #3
«On My Word of Honor» #3
1957 «Early in the Morning»
«How Do I Love You»
«I Want to Get Married» #14
«Troubles, Troubles, Troubles»[5] #13
«(I’m Gonna) Quit My Baby»
«Be Careful with a Fool»[6] #95
«The Keyblade to My Kingdom»
1958 «Why Do Everything Happen to Me» (Kent)
«Don’t Look Now, But You Got the Blues»
«Please Accept My Love» #9
«You’ve Been an Angel»[7] #16
«The Fool»
1959 «A Lonely Lover’s Plea»
«Time to Say Goodbye»
«Sugar Mama»
«Army Of The Lord»
1960 «Sweet Sixteen, Pt. I» #2
«You Done Lost Your Good Thing»
«Things Are Not the Same»
«Bad Luck Soul»
«Hold That Train»
1961 «Someday Baby«
«Peace of Mind»[8] #7
«Bad Case of Love»
1962 «Lonely»
«I’m Gonna Sit Till You Give In» (ABC)
«Down Now» (Kent)
1963 «The Road I Travel»
«The Letter»
«Precious Lord»
1964 «How Blue Can You Get» (ABC) #97[9]
«You’re Gonna Miss Me» (Kent)
«Beautician Blues»
«Help the Poor» (ABC) #98[9]
«The Worst Thing in My Life» (Kent)
«Rock Me Baby« #34[9]
«The Hurt» (ABC)
«Never Trust a Woman» #90[9]
«Please Send Me Someone to Love«
«Night Owl»
1965 «I Need You»
«All Over Again»
«I’d Rather Drink Muddy Water»
«Blue Shadows» (Kent)
«Just a Dream»
«You’re Still a Parallelogram» (ABC)
«Broken Promise» (Kent)
1966 «Eyesight to the Blind«
«Five Long Years»
«Ain’t Nobody’s Business«
«Don’t Answer the Door, Pt. I» (ABC) #2 #72
«I Say in the Mood» (Kent) #45
«Waitin’ for You» (ABC)
1967 «Blues Stay Away» (Kent)
«The Jungle»
«Growing Old»
1968 «Blues for Me»
«I Don’t Want You Cuttin’ Off Your Hair» (Bluesway)
«Shoutin’ the Blues» (Kent)
«Paying the Cost to Be the Boss» (Bluesway) #10 #39
«I’m Gonna Do What They Do to Me» #26 #74
«The B. B. Jones» #98
«You Put It on Me»[10] #25 #82
«The Woman I Love» #31 #94
1969 «Get Myself Somebody»
«I Want You So Bad»
«Get Off My Back Woman»[11] #32 #74
«Why I Sing the Blues» #13 #61
«Just a Little Love» #15 #76
«I Want You So Bad» #34
1970 «The Thrill Is Gone« #3 #15
«So Excited» #14 #54
«Hummingbird» #25 #48
«Worried Life« #48
«Ask Me No Questions» (ABC) #18 #40
«Chains and Things» #6 #45
1971 «Nobody Loves Me But My Mother»
«Help the Poor» (re-recording) #36 #90
«Ghetto Woman» #18 #40
«The Evil Child» #34 #97
1972 «Sweet Sixteen» (re-recording) #37 #93
«I Got Some Help I Don’t Need» #28 #92
«Ain’t Nobody Home» #28 #46
«Guess Who» #21 #62
1973 «To Know You Is to Love You» #12 #38
1974 «I Like to Live the Love» #6 #28
«Who Are You» #27 #78
«Philadelphia» #19 #64
1975 «My Song»
«Friends»[12] #34
1976 «Let the Good Times Roll« #20
1977 «Slow and Easy» #88
1978 «Never Make a Move Too Soon» #19
«I Just Can’t Leave Your Love Alone» #90
1979 «Better Not Look Down» #30
1981 «There Must Be a Better World Somewhere» #91
1985 «Into the Night» #15
«Big Boss Man» #62
1988 «When Love Comes to Town» (with U2) #68 #2[13] #6
1992 «The Blues Come Over Me» #63
«Since I Met You Baby» (with Gary Moore) #59
2000 «Riding with the King» (with Eric Clapton) #26

Το Baby Triο του Γιώργου Κοντραφούρη στο Ginger Ale


Την Πέμπτη 11 Νοεμβρίου & Πέμπτη 25 Νοεμβρίου στο Ginger Ale συνεχίζεται η σειρά θεματικών events με βασικό άξονα μαύρες ‘groove’ μουσικές, σε μια σύμπραξη αποτελούμενη από την εκλεκτή παρουσία του Γιώργου Κοντραφούρη με το ανατρεπτικού Baby Trio του, καθώς και του dj Ανδρέα Βιολάρη στα decks.

Απολαυστική νεο-ρετρό jazz, μαζί με original συνθέσεις και άλλα Organ stuff από το Baby Triο, αλλά και ένα groovy dj set από τον Ανδρέα Βιολάρη, σε μια παραγωγή της Groove Productions.

«Το Baby Trio δημιουργήθηκε για να εκφράσει την αφέλεια, τον εφηβικό ενθουσιασμό και γενικά ότι κάνει εντύπωση σε ένα νέο μουσικό, όταν αρχίζει να παίζει σε ένα συγκρότημα με τους φίλους του. Η παρούσα του έκδοση αποτελείται από δυο πολύ νέους και εξαιρετικά ταλαντούχους μουσικούς, τον Λουίζο Παφίτη στην κιθάρα και τον Βασίλη Ποδαρά στα ντραμς. Πιστεύω ότι έχουν πολλά να προσφέρουν στο μέλλον. Το Baby Trio τελικά εκφράζει όλες τις «μη ρεαλιστικές προσδοκίες» που υπάρχουν πριν αρχίσει η «κανονική ζωή»».

Γιώργος Κοντραφούρης

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου & Πέμπτη 25 Νοεμβρίου

Ώρα έναρξης 09:30 μ.μ

Είσοδος ελεύθερη

Ginger Ale Cocktail Lounge Bar

Πλ.Εξαρχείων, Αθήνα


Bessie Smith


Bessie Smith, Η Αυτοκράτειρα των Blues

Ήταν γνωστή και ως «Αυτοκράτειρα των Blues». Η εκπληκτική φωνή της, η βαθιά συναίσθηση της τραγωδίας, η καθαρότητα της προφοράς της και ο απαράμιλλος ρυθμός της και φράσεις τις, την κάνουν ασυναγώνιστη και λατρευτή τόσο από το jazz κοινό, όσο και από αυτό των blues. Πρόκειται φυσικά για την εκρηκτική Bessie Smith.

Γεννημένη μέσα στη φτώχεια περίπου το 1894 στην πόλη Chattanooga, του Tennessee, η Bessie Smith ξεκίνησε να τραγουδάει στο δρόμο για λεφτά και κατέληξε τελικά να γίνει η καλλιτέχνιδα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις δίσκων της εποχής της. Τόσο μαγευτικό ήταν το στυλ της φωνής του – ενισχυμένο από τις υποκριτικές τις ικανότητες – που κάθε της εμφάνιση προκαλούσε μέχρι και φασαρίες. Αυτοί που ξέμεναν έξω από τα θέατρα παραφύλαγαν να μπουν μέσα, αυτοί που ήταν μέσα αρνιόντουσαν να φύγουν, ζητώντας να την ακούσουν όσο περισσότερο μπορούσαν. Δύο φορές απέτρεψε, μόνη της, τη χρεοκοπία της Columbia Records.

Ένας από τους πολλούς μύθους που την ακολουθούν είναι ότι την εκπαίδευσε (μερικές εκδοχές λένε ότι την απήγαγε) η Ma Rainey, η πρωτοπόρος των blues τραγουδιστριών και της επέβαλε με το ζόρι να περιοδεύσει με το θίασό της. Η αλήθεια πάντως είναι ότι η Rainey δεν είχε δική της παράσταση μέχρι το 1916, πολύ αργότερα δηλαδή αφότου η Smith έγινε γνωστή από διάφορα minstrel shows (παραστάσεις πλανόδιων καλλιτεχνών). Παρ’ όλ’ αυτά η Rainey και η Smith δούλεψαν μαζί και μάλιστα ήταν φίλες από το 1912. Είναι σίγουρο ότι η Smith είχε εμπνευστεί και μάθει τα κόλπα για να χειρίζεται τη φωνή της από τη σχέση της με τη «Μητέρα των Blues».

Αρχικά δούλευε ως χορεύτρια, αλλά σύντομα η Smith γυάλισε τις ικανότητες της ως τραγουδίστρια και συχνά συνδύαζε και τα δύο, για να εκφράσει τη φυσική της ροπή προς την κωμωδία. Από την αρχή η επικοινωνία με το κοινό της ήταν το ορόσημο της νεαρής τραγουδίστριας. Η φωνή της ήταν αξιοσημείωτη, γεμίζοντας τεράστιες αίθουσες χωρίς ίχνος ενίσχυσης, προσεγγίζοντας όλους τους ακροατές της με τον όμορφο, γήινο τόνο της. Στο Jazz People, ο Dan Morgenstern κατέγραψε τα λεγόμενα του κιθαρίστα Danny Barker: «Η Bessie Smith ήταν απίθανο θέαμα. Ήταν τεράστια, όμορφη γυναίκα και κυρίαρχος της σκηνής. Δεν έβγαζες τα μάτια σου από πάνω της, από τη στιγμή που ανέβαινε στη σκηνή. Έβλεπες μόνο τη Bessie. Αν πήγαινες εκκλησία, όπως οι άνθρωποι που ερχόντουσαν από το Νότο σαν κι εμένα, θα αναγνώριζες τις ομοιότητες του τι έκανε με αυτά που έκαναν οι ευαγγελιστές και οι κήρυκες και πώς συγκινούσαν τον κόσμο. Ήταν σε θέση να προκαλέσει μαζικό υπνωτισμό«.

Όταν η Mamie Smith ηχογράφησε τον πρώτο blues δίσκο με φωνητικά το 1920 και πούλησε 100,000 αντίγραφα τον πρώτο μήνα, τα στελέχη των δισκογραφικών ανακάλυψαν μία νέα αγορά και έτσι γεννήθηκε η «race record» (μουσική για μαύρους). Οι δίσκοι μαύρης μουσικής πουλιόνταν μόνο στο Νότο και σε επιλεγμένες περιοχές του Βορρά, όπου συγκεντρώνονταν πολλοί Αφρο-Αμερικάνοι, αλλά βρήκαν ένα ενθουσιώδες κοινό, μία μικρή μερίδα λευκών Νοτίων οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι και έβρισκαν απόλυτα φυσικό τον ήχο των blues. Η Smith ηχογράφησε για πρώτη φορά το Φεβρουάριο του 1923, ξεκινώντας με τα «Down-Hearted Blues» και «Gulf Coast Blues» με τη συνοδεία του πιάνου του Clarence Williams. Το πρώτο μάλιστα θεωρείται και ο πρώτος αυθεντικός δίσκος blues καθώς και η πρώτη της επιτυχία. Το κοινό αγόρασε 780,000 αντίγραφα μέσα σε ένα εξάμηνο, εξωφρενικό για εκείνη την εποχή νούμερο.

Το συμβόλαιο της Smith ήταν για $125 ανά ηχογράφηση που πραγματοποιούσε, χωρίς να προβλέπει πνευματικά δικαιώματα. Ο Frank Walker, που επέβλεπε τις ηχογραφήσεις της Smith για την Columbia το 1931, διαπραγματεύτηκε άμεσα νέα συμβόλαια, εξασφαλίζοντας για 12 νέες ηχογραφήσεις $150 την καθεμιά, και για τις επόμενες 12, $200 έκαστη, λανσάροντας με αυτό τον τρόπο τη λαμπρή δισκογραφική καριέρα της Smiths με 160 τίτλους. Το 1923 η δισκογραφική εταιρεία Columbia λίγο έλειψε να χρεοκοπήσει, ωστόσο την έσωσαν οι πωλήσεις των δίσκων από τους Eddie Cantor, Ted Lewis, Bert Williams και τη νεοεισερχόμενη, αλλά δημοφιλή καλλιτέχνιδά της, Bessie Smith. Με τα λεφτά που κέρδιζε η Smith μπορούσε να αγοράσει ένα χειροποίητο αυτοκίνητο και ένα για την ορχήστρα της το 1925. Αυτή η πολυτέλεια και ο εβδομαδιαίος μισθός των $2.000 για τις παραστάσεις, τη βοηθούσε να ‘ξεχάσει’ στις δυσκολίες που προκαλούσε η ρατσιστική αντιμετώπιση σε πολιτείες τόσο του Νότου, όσο και του Βορρά, που επισκεπτόταν με το θίασό της.

Η Smith ηχογράφησε με πολλούς και διαφορετικούς μουσικούς, κατά τη διάρκεια της δισκογραφικής της καριέρας, συμπεριλαμβανομένου και μερικών των πιο γνωστών ονομάτων της jazz, όπως επίσης και των πιο μυστήριων. Μεταξύ της αφρόκρεμας από τους πιανίστες ήταν οι Fred Longshaw, Porter Grainger και Fletcher Henderson, οι σαξοφωνίστες Coleman Hawkins και Sidney Bechet ο τρομπονίστας Charlie Green, οι κλαρινετίστες Buster Bailey και Don Redman και ο τρομπετίστας Joe Smith. Ίσως η μεγαλύτερη μουσική και συναισθηματική ταύτιση της Smith ήταν με τους Green και Smith και παραδείγματα μπορεί να ακούσει κανείς στα τραγούδια «The Yellow Dog Blues», «Empty Bed Blues», «Trombone Cholly», «Lost Your Head Blues» και «Young Woman’s Blues». Οι πρώτες συνεργασίες της Smith με το Louis Armstrong«St. Louis Blues» και «Cold in Hand Blues» αριστουργήματα του 1925 – σηματοδότησαν το τέλος της ακουστικής περιόδου στη δισκογραφία. Άλλα κομμάτια με το Armstrong και τη Smith είναι τα «Careless Love Blues», «Nashville Woman’s Blues» και «I Ain’t Gonna Play No Second Fiddle». Ο κορυφαίος πιανίστας James P. Johnson χάρισε λάμψη, συνοδεύοντας τη Smith το 1927 στο κλασικό «Preachin’ the Blues» και «Back Water Blues» όπως επίσης και στα «He’s Got Me Goin'», «Worn Out Papa Blues» και «You Don’t Understand» του 1929.

Για να προωθεί τους δίσκους της, η Smith έκλεινε συνεχώς ζωντανές εμφανίσεις για την περιοδεία της. Ταξίδεψε παντού, ξεκινώντας από τη βάση της τη Philadelphia, πήγε από την Pennsylvania στο Detroit, Chicago, Washington, D.C., Atlanta, Georgia, και Νέα Υόρκη και σε κάθε της στάση τα πλήθη την καλωσόριζαν με λατρεία. Οι ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις έγιναν κανόνας σε κάθε της εμφάνιση, για να μπορούν αν ελέγξουν τον ενθουσιασμό του ασυγκράτητου κοινού. Τι ήταν όμως αυτό που έλκυε τα πλήθη και τα ενθουσίαζε τόσο πολύ με τη Bessie Smith;  Ο κριτικός και promoter John Hammond έγραφε το 1937: «Η Bessie Smith ήταν η καλύτερη Αμερικανίδα καλλιτέχνιδα της jazz όλων των εποχών, μάλιστα, νομίζω πως η τέχνη της ξεπέρασε τα όρια της ‘jazz’. Ήταν ένα σπάνιο πλάσμα, μία ολοκληρωμένη καλλιτέχνιδα που μπορούσε να περάσει την όλο της το ‘είναι’ μέσα από τη μουσική της. Είχε τεράστια αποθέματα συναισθήματος, που ήξερε πως να εκφράζει, αλλά και μεγαλειώδη φωνή που εισχωρούσε ακόμη και στην πιο κρυφή χαραμάδα της ψυχής του κάθε ακροατή της».

Στοo Early Jazz, ο Gunther Schuller κατέγραψε τα συστατικά στοιχεία του στυλ που τραγουδούσε η Smith: «ένα αξιοσημείωτο αυτί και έλεγχος για σωστή άρθρωση, μία άψογα ισορροπημένη, που έβγαινε με φυσικό τρόπο φωνή στα πρίμα, τεράστια ευαισθησία στο τι σήμαινε η κάθε λέξη που τραγουδούσε, σε σημείο που ένιωθε, βίωνε και εξέφραζε το νόημα και συν τοις άλλοις μοναδικός ύφος και φρασεολογία. ήταν η πρώτη τραγουδίστρια της jazz δισκογραφίας που έδωσε νόημα στο ύφος των φράσεων που χρησιμοποιούσε, ως όχημα για να εκφράσει τα συναισθήματα…. . Όλα αυτά είναι μέρη μιας προσωπικής, μεγαλειώδους τεχνικής  λεπτότητας και φινέτσας, παρά τις συχνές άγριες και θορυβώδεις διαθέσεις της ή ενίοτε και φρασεολογία». Ο  Schuller θεωρούσε τη Smith ως «την πρώτη ολοκληρωμένη jazz τραγουδίστρια» που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Billie Holiday και μία ολόκληρη γενιά jazz τραγουδιστών, γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Παρά την εμπορική της επιτυχία, η προσωπική ζωή της Smith δεν ξέφυγε ποτέ από το πλαίσιο των blues, ήταν δηλαδή μια τραγωδία. Ο γάμος της με το Jack Gee ήταν τουλάχιστον θυελλώδης και γεμάτος από συχνούς καυγάδες και χωρισμούς, ακόμη και μετά την υιοθεσία του γιου τους , Jack Gee, Jr., το 1926. Ο γάμος τους τελείωσε με ένα πικρό χωρισμό το 1929. Ο Gee από τότε και για πολλά χρόνια προσπαθούσε να κρατήσει μακριά το γιο τους από τη Smith, μεταφέροντάς τον από το ένα οικοτροφείο στο άλλο. Η Smith είχε εθιστεί στο αλκοόλ. Αν και μπορούσε να απέχει για αρκετό καιρό από το ποτό, η Smith συχνά υπέκυπτε σε ανεξέλεγκτα ξεφαντώματα, πασίγνωστα στο στενό της κύκλο. Επίσης γνωστές ήταν και οι σεξουαλικές της προτιμήσεις και στα δύο φύλα.

Η δημοτικότητα της Smith, ως καλλιτέχνιδα της δισκογραφίας, κορυφώθηκε γύρω στο 1929, όταν το ραδιόφωνο, ο ομιλούμενος κινηματογράφος και η Μεγάλη Οικονομική Ύφεση, όταν δηλαδή η δισκογραφία άρχισε να κλυδωνίζεται. Αν και οι ζωντανές της εμφανίσεις συνεχίζονταν με γοργούς ρυθμούς, το κασέ της άρχισε να πέφτει, αφού δεν ήταν εφικτό να της δώσουν τα λεφτά που ζητούσε. Αναγκάστηκε να πουλήσει το αγαπημένο της αυτοκίνητο, ενώ τα θεατράκια των μικρότερων πόλεων που εμφανιζόταν, διέθεταν μηδενικές ανέσεις, κάτι στο οποίο δεν ήταν και τόσο συνηθισμένη. Παρ’ όλ’ αυτά, το 1929 πρωταγωνίστησε στο έργο, St. Louis Blues, μία ήμι-αυτοβιογραφικά προσπάθεια που τράβηξε κάποια προσοχή το 1932.

Η μοναδική εμφάνιση της Smith στη Νέα Υόρκη στην περίφημη 52nd Street, συνέβη ένα κρύο κυριακάτικο πρωινό Φεβρουαρίου του 1936 στο Famous Door, μαζί με τους μουσικούς Bunny Berigan, Joe Bushkin και άλλους της ορχήστρας του μαγαζιού. Τα ρίγη και η συγκίνηση, που προκάλεσε εκείνη η εμφάνισή της, παραμένουν ακόμη ζωντανά για αυτούς που το έζησαν από κοντά, ακόμη κι ας κοντεύει ένας αιώνας από τότε. Εκείνη η εμφάνιση ήταν και η αφορμή για πιθανές συνεργασίες με άλλους δημοφιλείς μουσικούς του swing. Ο John Hammond ισχυρίζεται ότι μία ηχογράφηση του 1937 ήταν στα σκαριά, με τη σύμπραξη της Smith και μελών της ορχήστρας του Count Basie, ενώ ο Lionel Hampton θυμάται την ανυπομονησία του Goodman να ηχογραφήσει μαζί της και ένα ακόμη κινηματογραφικό έργο είχε ήδη κανονιστεί. η εποχή των ισχνών αγελάδων της Smith τελείωναν όταν πλησίαζε το καλοκαίρι του 1937. Η αναβίωση της δισκογραφίας επετεύχθη με την τρέλα της πρώιμης Swing Εποχής, οφειλόμενη στην επιτυχία της ορχήστρας του Benny Goodman. Η Smith αποδείχθηκε προσαρμόσιμη και ευέλικτη στο νέο της ρεπερτόριο και σίγουρα μπορούσε να τραγουδήσει (swing), δουλεύοντας με την αφρόκρεμα του είδους. Επιπλέον, τα blues ήταν πάλι της μόδας για το ευρύ κοινό. Ακόμη και η προσωπική ζωή της Smith είχε βελτιωθεί με το νέο της, σταθερό πια, σύντροφο, Richard Morgan.

Το πρωινό της 26ης Σεπτεμβρίου του 1937, οι Smith και Morgan οδηγούσαν από το Memphis προς το Darling του Mississippi, για την επόμενη παράσταση. Κοντά στο Clarksdale, είχαν αυτοκινητιστικό ατύχημα, δυστυχώς μοιραίο για τη Smith. Αργότερα διαδόθηκε μία φήμη ότι η Smith πέθανε από αιμορραγία επειδή ένα νοσοκομείο λευκών αρνήθηκε να τη δεχτεί και να την περιθάλψει. Ο μύθος αυτός ξεκίνησε το 1937, από μία ιστορία με τίτλο Down Beat, γραμμένη από τον John Hammond και συνεχίστηκε από τον Edward Albee, με το έργο του The Death of Bessie Smith, του 1960. Τριανταπέντε χρόνια μετά το θάνατο της  Smith, ο συγγραφέας  Chris Albertson διέλυσε αυτή τη φήμη, μετά από βαθύτερες έρευνες για τη βιογραφίας της το 1972, με τίτλο Bessie.

Ο Albertson περιέγραφε την κηδεία της Smith, γράφοντας, «Τη Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου του, η Philadelphia γνώρισε μία από τις πιο θεαματικές κηδείες στην ιστορία της. Η Bessie Smith, η μαύρη super star της προηγούμενης δεκαετίας – θανάσιμα τραυματισμένη σε αυτοκινητιστικό σε ένα σκοτεινό δρόμο του Mississippi οκτώ μέρες νωρίτερα – δέχθηκε έναν αποχαιρετισμό που άρμοζε στο μεγαλείο της, το οποίο δεν έχασε και ποτέ…. Όταν μαθεύτηκε ο θάνατός της στην κοινότητα των μαύρων, το σώμα της έπρεπε να μεταφερθεί σε άλλη τοποθεσία, για να εξυπηρετήσει τους περίπου δέκα χιλιάδες θαυμαστές της που πέρασαν να προσκυνήσουν τη σωρό της την Κυριακή, 3 Οκτωβρίου…. Το πλήθος τώρα έξω ήταν κατά επτά χιλιάδες περισσότεροι και οι αστυνομικοί δυσκολεύονταν να τους κάνουν καλά. Για αυτούς που γνώρισαν την Bessie στις δόξες τις, αυτή η εικόνα ήταν απόλυτα συνηθισμένη».

Πηγές: Answers.com

Σχετικά βιβλία και άρθρα:

Albertson, Chris, Bessie, Stein and Day, 1972.

Brooks, Edward, The Bessie Smith Companion, Da Capo, 1983.

Donaldson, Norman, and Betty Donaldson, How Did They Die?, St. Martin’s Press, 1980.

Kinkle, Roger D., The Complete Encyclopedia of Popular Music and Jazz 1900-1950, Volume 3, Arlington House, 1974.

Morgenstern, Dan, Jazz People, Harry N. Abrams, 1976.

Rust, Brian, Jazz Records 1891-1942, Volume 2, 5th revised and enlarged edition, Storyville Publications, 1982.

Schuller, Gunther, Early Jazz, Oxford University Press, 1968.

Schuller, Gunther, The Swing Era, Oxford University Press, 1989.

Shapiro, Nat, and Nat Hentoff, editors, The Jazz Makers (Bessie Smith chapter by George Hoefer), Rinehart and Co., 1957.

Terkel, Studs, and Millie Hawk Daniel, Giants of Jazz, revised edition, Thomas Y. Crowell Company, 1975.

Esquire, June 1969.

High Fidelity, October 1970; May 1975.

National Review, July 1, 1961.

Newsweek, February 1, 1971; January 22, 1973.

Saturday Review, December 29, 1951; February 26, 1972.

Δισκογραφία: The Red Hot Jazz Archive