Bessie Smith


Bessie Smith, Η Αυτοκράτειρα των Blues

Ήταν γνωστή και ως «Αυτοκράτειρα των Blues». Η εκπληκτική φωνή της, η βαθιά συναίσθηση της τραγωδίας, η καθαρότητα της προφοράς της και ο απαράμιλλος ρυθμός της και φράσεις τις, την κάνουν ασυναγώνιστη και λατρευτή τόσο από το jazz κοινό, όσο και από αυτό των blues. Πρόκειται φυσικά για την εκρηκτική Bessie Smith.

Γεννημένη μέσα στη φτώχεια περίπου το 1894 στην πόλη Chattanooga, του Tennessee, η Bessie Smith ξεκίνησε να τραγουδάει στο δρόμο για λεφτά και κατέληξε τελικά να γίνει η καλλιτέχνιδα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις δίσκων της εποχής της. Τόσο μαγευτικό ήταν το στυλ της φωνής του – ενισχυμένο από τις υποκριτικές τις ικανότητες – που κάθε της εμφάνιση προκαλούσε μέχρι και φασαρίες. Αυτοί που ξέμεναν έξω από τα θέατρα παραφύλαγαν να μπουν μέσα, αυτοί που ήταν μέσα αρνιόντουσαν να φύγουν, ζητώντας να την ακούσουν όσο περισσότερο μπορούσαν. Δύο φορές απέτρεψε, μόνη της, τη χρεοκοπία της Columbia Records.

Ένας από τους πολλούς μύθους που την ακολουθούν είναι ότι την εκπαίδευσε (μερικές εκδοχές λένε ότι την απήγαγε) η Ma Rainey, η πρωτοπόρος των blues τραγουδιστριών και της επέβαλε με το ζόρι να περιοδεύσει με το θίασό της. Η αλήθεια πάντως είναι ότι η Rainey δεν είχε δική της παράσταση μέχρι το 1916, πολύ αργότερα δηλαδή αφότου η Smith έγινε γνωστή από διάφορα minstrel shows (παραστάσεις πλανόδιων καλλιτεχνών). Παρ’ όλ’ αυτά η Rainey και η Smith δούλεψαν μαζί και μάλιστα ήταν φίλες από το 1912. Είναι σίγουρο ότι η Smith είχε εμπνευστεί και μάθει τα κόλπα για να χειρίζεται τη φωνή της από τη σχέση της με τη «Μητέρα των Blues».

Αρχικά δούλευε ως χορεύτρια, αλλά σύντομα η Smith γυάλισε τις ικανότητες της ως τραγουδίστρια και συχνά συνδύαζε και τα δύο, για να εκφράσει τη φυσική της ροπή προς την κωμωδία. Από την αρχή η επικοινωνία με το κοινό της ήταν το ορόσημο της νεαρής τραγουδίστριας. Η φωνή της ήταν αξιοσημείωτη, γεμίζοντας τεράστιες αίθουσες χωρίς ίχνος ενίσχυσης, προσεγγίζοντας όλους τους ακροατές της με τον όμορφο, γήινο τόνο της. Στο Jazz People, ο Dan Morgenstern κατέγραψε τα λεγόμενα του κιθαρίστα Danny Barker: «Η Bessie Smith ήταν απίθανο θέαμα. Ήταν τεράστια, όμορφη γυναίκα και κυρίαρχος της σκηνής. Δεν έβγαζες τα μάτια σου από πάνω της, από τη στιγμή που ανέβαινε στη σκηνή. Έβλεπες μόνο τη Bessie. Αν πήγαινες εκκλησία, όπως οι άνθρωποι που ερχόντουσαν από το Νότο σαν κι εμένα, θα αναγνώριζες τις ομοιότητες του τι έκανε με αυτά που έκαναν οι ευαγγελιστές και οι κήρυκες και πώς συγκινούσαν τον κόσμο. Ήταν σε θέση να προκαλέσει μαζικό υπνωτισμό«.

Όταν η Mamie Smith ηχογράφησε τον πρώτο blues δίσκο με φωνητικά το 1920 και πούλησε 100,000 αντίγραφα τον πρώτο μήνα, τα στελέχη των δισκογραφικών ανακάλυψαν μία νέα αγορά και έτσι γεννήθηκε η «race record» (μουσική για μαύρους). Οι δίσκοι μαύρης μουσικής πουλιόνταν μόνο στο Νότο και σε επιλεγμένες περιοχές του Βορρά, όπου συγκεντρώνονταν πολλοί Αφρο-Αμερικάνοι, αλλά βρήκαν ένα ενθουσιώδες κοινό, μία μικρή μερίδα λευκών Νοτίων οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι και έβρισκαν απόλυτα φυσικό τον ήχο των blues. Η Smith ηχογράφησε για πρώτη φορά το Φεβρουάριο του 1923, ξεκινώντας με τα «Down-Hearted Blues» και «Gulf Coast Blues» με τη συνοδεία του πιάνου του Clarence Williams. Το πρώτο μάλιστα θεωρείται και ο πρώτος αυθεντικός δίσκος blues καθώς και η πρώτη της επιτυχία. Το κοινό αγόρασε 780,000 αντίγραφα μέσα σε ένα εξάμηνο, εξωφρενικό για εκείνη την εποχή νούμερο.

Το συμβόλαιο της Smith ήταν για $125 ανά ηχογράφηση που πραγματοποιούσε, χωρίς να προβλέπει πνευματικά δικαιώματα. Ο Frank Walker, που επέβλεπε τις ηχογραφήσεις της Smith για την Columbia το 1931, διαπραγματεύτηκε άμεσα νέα συμβόλαια, εξασφαλίζοντας για 12 νέες ηχογραφήσεις $150 την καθεμιά, και για τις επόμενες 12, $200 έκαστη, λανσάροντας με αυτό τον τρόπο τη λαμπρή δισκογραφική καριέρα της Smiths με 160 τίτλους. Το 1923 η δισκογραφική εταιρεία Columbia λίγο έλειψε να χρεοκοπήσει, ωστόσο την έσωσαν οι πωλήσεις των δίσκων από τους Eddie Cantor, Ted Lewis, Bert Williams και τη νεοεισερχόμενη, αλλά δημοφιλή καλλιτέχνιδά της, Bessie Smith. Με τα λεφτά που κέρδιζε η Smith μπορούσε να αγοράσει ένα χειροποίητο αυτοκίνητο και ένα για την ορχήστρα της το 1925. Αυτή η πολυτέλεια και ο εβδομαδιαίος μισθός των $2.000 για τις παραστάσεις, τη βοηθούσε να ‘ξεχάσει’ στις δυσκολίες που προκαλούσε η ρατσιστική αντιμετώπιση σε πολιτείες τόσο του Νότου, όσο και του Βορρά, που επισκεπτόταν με το θίασό της.

Η Smith ηχογράφησε με πολλούς και διαφορετικούς μουσικούς, κατά τη διάρκεια της δισκογραφικής της καριέρας, συμπεριλαμβανομένου και μερικών των πιο γνωστών ονομάτων της jazz, όπως επίσης και των πιο μυστήριων. Μεταξύ της αφρόκρεμας από τους πιανίστες ήταν οι Fred Longshaw, Porter Grainger και Fletcher Henderson, οι σαξοφωνίστες Coleman Hawkins και Sidney Bechet ο τρομπονίστας Charlie Green, οι κλαρινετίστες Buster Bailey και Don Redman και ο τρομπετίστας Joe Smith. Ίσως η μεγαλύτερη μουσική και συναισθηματική ταύτιση της Smith ήταν με τους Green και Smith και παραδείγματα μπορεί να ακούσει κανείς στα τραγούδια «The Yellow Dog Blues», «Empty Bed Blues», «Trombone Cholly», «Lost Your Head Blues» και «Young Woman’s Blues». Οι πρώτες συνεργασίες της Smith με το Louis Armstrong«St. Louis Blues» και «Cold in Hand Blues» αριστουργήματα του 1925 – σηματοδότησαν το τέλος της ακουστικής περιόδου στη δισκογραφία. Άλλα κομμάτια με το Armstrong και τη Smith είναι τα «Careless Love Blues», «Nashville Woman’s Blues» και «I Ain’t Gonna Play No Second Fiddle». Ο κορυφαίος πιανίστας James P. Johnson χάρισε λάμψη, συνοδεύοντας τη Smith το 1927 στο κλασικό «Preachin’ the Blues» και «Back Water Blues» όπως επίσης και στα «He’s Got Me Goin'», «Worn Out Papa Blues» και «You Don’t Understand» του 1929.

Για να προωθεί τους δίσκους της, η Smith έκλεινε συνεχώς ζωντανές εμφανίσεις για την περιοδεία της. Ταξίδεψε παντού, ξεκινώντας από τη βάση της τη Philadelphia, πήγε από την Pennsylvania στο Detroit, Chicago, Washington, D.C., Atlanta, Georgia, και Νέα Υόρκη και σε κάθε της στάση τα πλήθη την καλωσόριζαν με λατρεία. Οι ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις έγιναν κανόνας σε κάθε της εμφάνιση, για να μπορούν αν ελέγξουν τον ενθουσιασμό του ασυγκράτητου κοινού. Τι ήταν όμως αυτό που έλκυε τα πλήθη και τα ενθουσίαζε τόσο πολύ με τη Bessie Smith;  Ο κριτικός και promoter John Hammond έγραφε το 1937: «Η Bessie Smith ήταν η καλύτερη Αμερικανίδα καλλιτέχνιδα της jazz όλων των εποχών, μάλιστα, νομίζω πως η τέχνη της ξεπέρασε τα όρια της ‘jazz’. Ήταν ένα σπάνιο πλάσμα, μία ολοκληρωμένη καλλιτέχνιδα που μπορούσε να περάσει την όλο της το ‘είναι’ μέσα από τη μουσική της. Είχε τεράστια αποθέματα συναισθήματος, που ήξερε πως να εκφράζει, αλλά και μεγαλειώδη φωνή που εισχωρούσε ακόμη και στην πιο κρυφή χαραμάδα της ψυχής του κάθε ακροατή της».

Στοo Early Jazz, ο Gunther Schuller κατέγραψε τα συστατικά στοιχεία του στυλ που τραγουδούσε η Smith: «ένα αξιοσημείωτο αυτί και έλεγχος για σωστή άρθρωση, μία άψογα ισορροπημένη, που έβγαινε με φυσικό τρόπο φωνή στα πρίμα, τεράστια ευαισθησία στο τι σήμαινε η κάθε λέξη που τραγουδούσε, σε σημείο που ένιωθε, βίωνε και εξέφραζε το νόημα και συν τοις άλλοις μοναδικός ύφος και φρασεολογία. ήταν η πρώτη τραγουδίστρια της jazz δισκογραφίας που έδωσε νόημα στο ύφος των φράσεων που χρησιμοποιούσε, ως όχημα για να εκφράσει τα συναισθήματα…. . Όλα αυτά είναι μέρη μιας προσωπικής, μεγαλειώδους τεχνικής  λεπτότητας και φινέτσας, παρά τις συχνές άγριες και θορυβώδεις διαθέσεις της ή ενίοτε και φρασεολογία». Ο  Schuller θεωρούσε τη Smith ως «την πρώτη ολοκληρωμένη jazz τραγουδίστρια» που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Billie Holiday και μία ολόκληρη γενιά jazz τραγουδιστών, γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Παρά την εμπορική της επιτυχία, η προσωπική ζωή της Smith δεν ξέφυγε ποτέ από το πλαίσιο των blues, ήταν δηλαδή μια τραγωδία. Ο γάμος της με το Jack Gee ήταν τουλάχιστον θυελλώδης και γεμάτος από συχνούς καυγάδες και χωρισμούς, ακόμη και μετά την υιοθεσία του γιου τους , Jack Gee, Jr., το 1926. Ο γάμος τους τελείωσε με ένα πικρό χωρισμό το 1929. Ο Gee από τότε και για πολλά χρόνια προσπαθούσε να κρατήσει μακριά το γιο τους από τη Smith, μεταφέροντάς τον από το ένα οικοτροφείο στο άλλο. Η Smith είχε εθιστεί στο αλκοόλ. Αν και μπορούσε να απέχει για αρκετό καιρό από το ποτό, η Smith συχνά υπέκυπτε σε ανεξέλεγκτα ξεφαντώματα, πασίγνωστα στο στενό της κύκλο. Επίσης γνωστές ήταν και οι σεξουαλικές της προτιμήσεις και στα δύο φύλα.

Η δημοτικότητα της Smith, ως καλλιτέχνιδα της δισκογραφίας, κορυφώθηκε γύρω στο 1929, όταν το ραδιόφωνο, ο ομιλούμενος κινηματογράφος και η Μεγάλη Οικονομική Ύφεση, όταν δηλαδή η δισκογραφία άρχισε να κλυδωνίζεται. Αν και οι ζωντανές της εμφανίσεις συνεχίζονταν με γοργούς ρυθμούς, το κασέ της άρχισε να πέφτει, αφού δεν ήταν εφικτό να της δώσουν τα λεφτά που ζητούσε. Αναγκάστηκε να πουλήσει το αγαπημένο της αυτοκίνητο, ενώ τα θεατράκια των μικρότερων πόλεων που εμφανιζόταν, διέθεταν μηδενικές ανέσεις, κάτι στο οποίο δεν ήταν και τόσο συνηθισμένη. Παρ’ όλ’ αυτά, το 1929 πρωταγωνίστησε στο έργο, St. Louis Blues, μία ήμι-αυτοβιογραφικά προσπάθεια που τράβηξε κάποια προσοχή το 1932.

Η μοναδική εμφάνιση της Smith στη Νέα Υόρκη στην περίφημη 52nd Street, συνέβη ένα κρύο κυριακάτικο πρωινό Φεβρουαρίου του 1936 στο Famous Door, μαζί με τους μουσικούς Bunny Berigan, Joe Bushkin και άλλους της ορχήστρας του μαγαζιού. Τα ρίγη και η συγκίνηση, που προκάλεσε εκείνη η εμφάνισή της, παραμένουν ακόμη ζωντανά για αυτούς που το έζησαν από κοντά, ακόμη κι ας κοντεύει ένας αιώνας από τότε. Εκείνη η εμφάνιση ήταν και η αφορμή για πιθανές συνεργασίες με άλλους δημοφιλείς μουσικούς του swing. Ο John Hammond ισχυρίζεται ότι μία ηχογράφηση του 1937 ήταν στα σκαριά, με τη σύμπραξη της Smith και μελών της ορχήστρας του Count Basie, ενώ ο Lionel Hampton θυμάται την ανυπομονησία του Goodman να ηχογραφήσει μαζί της και ένα ακόμη κινηματογραφικό έργο είχε ήδη κανονιστεί. η εποχή των ισχνών αγελάδων της Smith τελείωναν όταν πλησίαζε το καλοκαίρι του 1937. Η αναβίωση της δισκογραφίας επετεύχθη με την τρέλα της πρώιμης Swing Εποχής, οφειλόμενη στην επιτυχία της ορχήστρας του Benny Goodman. Η Smith αποδείχθηκε προσαρμόσιμη και ευέλικτη στο νέο της ρεπερτόριο και σίγουρα μπορούσε να τραγουδήσει (swing), δουλεύοντας με την αφρόκρεμα του είδους. Επιπλέον, τα blues ήταν πάλι της μόδας για το ευρύ κοινό. Ακόμη και η προσωπική ζωή της Smith είχε βελτιωθεί με το νέο της, σταθερό πια, σύντροφο, Richard Morgan.

Το πρωινό της 26ης Σεπτεμβρίου του 1937, οι Smith και Morgan οδηγούσαν από το Memphis προς το Darling του Mississippi, για την επόμενη παράσταση. Κοντά στο Clarksdale, είχαν αυτοκινητιστικό ατύχημα, δυστυχώς μοιραίο για τη Smith. Αργότερα διαδόθηκε μία φήμη ότι η Smith πέθανε από αιμορραγία επειδή ένα νοσοκομείο λευκών αρνήθηκε να τη δεχτεί και να την περιθάλψει. Ο μύθος αυτός ξεκίνησε το 1937, από μία ιστορία με τίτλο Down Beat, γραμμένη από τον John Hammond και συνεχίστηκε από τον Edward Albee, με το έργο του The Death of Bessie Smith, του 1960. Τριανταπέντε χρόνια μετά το θάνατο της  Smith, ο συγγραφέας  Chris Albertson διέλυσε αυτή τη φήμη, μετά από βαθύτερες έρευνες για τη βιογραφίας της το 1972, με τίτλο Bessie.

Ο Albertson περιέγραφε την κηδεία της Smith, γράφοντας, «Τη Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου του, η Philadelphia γνώρισε μία από τις πιο θεαματικές κηδείες στην ιστορία της. Η Bessie Smith, η μαύρη super star της προηγούμενης δεκαετίας – θανάσιμα τραυματισμένη σε αυτοκινητιστικό σε ένα σκοτεινό δρόμο του Mississippi οκτώ μέρες νωρίτερα – δέχθηκε έναν αποχαιρετισμό που άρμοζε στο μεγαλείο της, το οποίο δεν έχασε και ποτέ…. Όταν μαθεύτηκε ο θάνατός της στην κοινότητα των μαύρων, το σώμα της έπρεπε να μεταφερθεί σε άλλη τοποθεσία, για να εξυπηρετήσει τους περίπου δέκα χιλιάδες θαυμαστές της που πέρασαν να προσκυνήσουν τη σωρό της την Κυριακή, 3 Οκτωβρίου…. Το πλήθος τώρα έξω ήταν κατά επτά χιλιάδες περισσότεροι και οι αστυνομικοί δυσκολεύονταν να τους κάνουν καλά. Για αυτούς που γνώρισαν την Bessie στις δόξες τις, αυτή η εικόνα ήταν απόλυτα συνηθισμένη».

Πηγές: Answers.com

Σχετικά βιβλία και άρθρα:

Albertson, Chris, Bessie, Stein and Day, 1972.

Brooks, Edward, The Bessie Smith Companion, Da Capo, 1983.

Donaldson, Norman, and Betty Donaldson, How Did They Die?, St. Martin’s Press, 1980.

Kinkle, Roger D., The Complete Encyclopedia of Popular Music and Jazz 1900-1950, Volume 3, Arlington House, 1974.

Morgenstern, Dan, Jazz People, Harry N. Abrams, 1976.

Rust, Brian, Jazz Records 1891-1942, Volume 2, 5th revised and enlarged edition, Storyville Publications, 1982.

Schuller, Gunther, Early Jazz, Oxford University Press, 1968.

Schuller, Gunther, The Swing Era, Oxford University Press, 1989.

Shapiro, Nat, and Nat Hentoff, editors, The Jazz Makers (Bessie Smith chapter by George Hoefer), Rinehart and Co., 1957.

Terkel, Studs, and Millie Hawk Daniel, Giants of Jazz, revised edition, Thomas Y. Crowell Company, 1975.

Esquire, June 1969.

High Fidelity, October 1970; May 1975.

National Review, July 1, 1961.

Newsweek, February 1, 1971; January 22, 1973.

Saturday Review, December 29, 1951; February 26, 1972.

Δισκογραφία: The Red Hot Jazz Archive

5 σχόλια στο Bessie Smith

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s