Howlin’ Wolf


Howlin' Wolf, μία από τις μεγαλύτερες μορφές των blues

O Chester Arthur Burnett έγινε πολύ πιο διάσημος παγκοσμίως σε σύγκριση με τον Αμερικανό πρόεδρο του 19ου αιώνα, από τον οποίο πήρε και το όνομά του. Μιλάμε φυσικά για τον περίφημο Howlin’ Wolf, που άσκησε τόσο ευρεία και μεγάλη επιρροή στη μουσική, ξεκινώντας από τους rockabilly τραγουδιστές των ’50s και τους rock stars των ’60s, φτάνοντας μέχρι τα grunge groups των ’90s και τα punk-blues συγκροτήματα του 21ου αιώνα. Ήταν κατά γενική ομολογία ένας από τους σημαντικότερους τραγουδιστές blues όλων των εποχών.

Οι γονείς του οι Leon “Dock” Burnett και Gertrude Jones τον έφεραν στον κόσμο στις 10 Ιουνίου του1910 στο White Station του Mississippi, ένα μικροσκοπικό σταθμό τρένων μεταξύ του Aberdeen και του West Point. Μαγεμένος από τη μουσική από την παιδική του ηλικία, χτυπούσε τα κατσαρολικά και σφύριζε μιμούμενος τον ήχο των τρένων. Τραγουδούσε στη χορωδία της εκκλησίας Βαπτιστών, όπου ο Will Young, ο σκληρός θείος του κήρυττε το θέλημα του Θεού. Όταν οι γονείς του χώρισαν, ο πατέρας του έφυγε για το Delta και η μητέρα του άφησε το μικρούλη Chester με το θείο του Will, ο οποίος του φερόταν βάναυσα.

Η σχέση του Wolf με τη μητέρα του ήταν προβληματική, αφού εκείνη περνούσε αρκετό από το χρόνο της να τραγουδάει στους δρόμους και να πουλάει τραγούδια gospel για πενταροδεκάρες, στους περαστικούς. Αποκλήρωσε το γιό της, ισχυριζόμενη ότι έπαιζε “τη μουσική του Διαβόλου”.

Στα 13, ο Chester εγκατέλειψε τον θείο του Will Young για να πάει στο Delta να βρει τον πατέρα του, τα ετεροθαλή αδέλφια του. Εκεί ο Chester ξετρελάθηκε με τους blues μουσικούς, ειδικά με τον πρώτο καλύτερο κιθαρίστα του Delta , Charley Patton. Όταν ο πατέρας του του έφερε την πρώτη του κιθάρα τον Ιανουάριο του 1928, ο μικρός έπεισε τον Patton να του παραδώσει μαθήματα κιθάρας. Αργότερα έμαθε με τον Sonny Boy Williamson II (Rice Miller) να αυτοσχεδιάζει στη φυσαρμόνικα. Το τραγούδι το έμαθε ακούγοντας δίσκους από τα είδωλά του όπως τον “Blind” Lemon Jefferson, Tommy Johnson, the Mississippi Sheiks, Jimmie “the Singing Brakeman” Rodgers, Leroy Carr, Lonnie Johnson, Tampa Red και Blind Blake. Όλοι αυτοί τον επηρέασαν ακόμη και στην εμφάνισή του. Όταν δε δούλευε στη φάρμα με τον πατέρα του, ταξίδευε στο Delta με άλλους μουσικούς όπως τους Sonnyboy, Robert JohnsonPatton, Son House και Willie Brown.

Από την αρχή η φωνή του -τότε ακόμη- Chester ήταν στεντόρεια, άγρια και αυθεντική όπως του Charlie Patton, αλλά και πολύ πιο δυνατή. Η εμφάνισή του στη σκηνή άγρια και πληθωρική λόγω του τεράστιου φυσικού του μεγέθους, με 1,80 ύψος και 125 κιλά βάρος (και αν δείτε μάλιστα πως φαίνεται η κιθάρα στα χέρια του θα νομίζετε ότι είναι παιχνίδι για παιδιά). Ο John Shines, που ταξίδευε με το Robert Johnson, είχε πει, “Τον φοβόμουν το Wolf, λες και ήταν κάποιο άγριο ζώο….Έφταιγε ο ήχος που έβγαζε!”

Τον επιστράτευσαν το 1941 και στο στρατό ήταν που έπαθε νευρικό κλονισμό το 1943, οπότε και τον άφησαν να φύγει. Το 1945 ο Wolf θα φύγει και από το Tennessee, όπου είχε μετακομίσει και θα επιστρέψει στη μουσική του, καθώς παράλληλα βοηθούσε τον πατέρα του στα χωράφια κάθε άνοιξη και φθινόπωρο. Τον υπόλοιπο χρόνο ταξίδευε σε πόλεις του Νότου, παίζοντας με bluesmen του Delta όπως τους Willie Brown και Son House.

Το 1948, ο Wolf μετακομίζει στο Δυτικό Memphis, όπου και ξεκίνησε μία ορχήστρα που συμπεριλάμβανε μουσικούς που έπαιζαν φυσαρμόνικα και πιο συγκεκριμένα τους James Cotton και Junior Parker και τους κιθαρίστες Pat Hare, Matt “Guitar” Murphy και Willie Johnson. Απέκτησε επίσης και εκπομπή σε ραδιοφωνικό σταθμό της περιοχής, για να παίζει blues και να παρουσιάζει αγροτικό εξοπλισμό.

Το 1951, ο Howilin’ Wolf τράβηξε το ενδιαφέρον του νεαρού τότε παραγωγού, Sam Phillips, ο οποίος και τον πήρε στο studio του για να ηχογραφήσει το “Moanin’ at Midnight” και το “How Many More Years”, δίνοντάς τα στην Chess Records. Κυκλοφόρησαν το 1952, και έφτασαν στο top 10 στα R&B charts του Billboard. Ο Wolf ηχογράφησε και άλλα τραγούδια στου Phillips που πάλι κυκλοφόρησαν οι εταιρείες Chess και RPM. Η Chess τελικά κέρδισε τον Howilin’ Wolf, ο οποίος και μετακόμισε στο Chicago το 1953, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Phillips, που φυσικά είχε αναγνωρίσει το τεράστιο ταλέντο του (όπως και πολλών άλλων αργότερα, μεταξύ αυτών και του Elvis Presley), είπε ότι ο Wolf ήταν η μεγαλύτερη ανακάλυψή του και η μεγαλύτερη απογοήτευσή του στην καριέρα του, όταν τον έχασε.

Ο Wolf έγραψε και κυκλοφόρησε τραγούδια για την Chess που έγιναν blues standards: “Smokestack Lightning”, “Killing Floor” και πολλά άλλα. Ο τραγουδοποιός της Chess, Willie Dixon του έγραψε αρκετά κλασικά blues κομμάτια όπως τα “Spoonful”, “Little Red Rooster”, “Evil”, “Back Door Man” και “I Ain’t Superstitious”.

Ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής του Howilin’ Wolf στην κυριαρχία της σκηνής των Chicago blues ήταν ο φίλος του, Muddy Waters. Ο ανταγωνισμός συνεχίστηκε μέχρι τα ’60s και επιδεινώθηκε όταν ο Waters ‘έκλεψε’ προσωρινά τον κιθαρίστα του Wolf, Hubert Sumlin. Όπως ο Waters, έτσι και ο Wolf ήταν ένας αρκετά φιλόδοξος άντρας. Ο ανταγωνισμός τους, αν και πολύ φιλικότερος απ’όσο νόμιζε το κοινό τους, τους ανάγκασε να αγωνιστούν για να γίνουν οι καλύτεροι στο χώρο των blues και φυσικά να γράψουν τη θεϊκή τους μουσική.

Αρκετοί μουσικοί που έπαιξαν τόσο με το Muddy, όσο και με το Wolf, λένε ότι ο Wolf ήταν σαφώς πιο επαγγελματίας και αρχηγός μπάντας. Ο Wolf πλήρωνε τους μουσικούς του στην ώρα του και τους κάλυπτε ασφάλιση και ταμεία ανεργίας. Ο Wolf δεν άφηνε επίσης την ορχήστρα του να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις δισκογραφικές εταιρείες και τους ιδιοκτήτες venues. O Jimmy Rogers, που έπαιζε για πολλά χρόνια με το Muddy, έλεγε, “ο Wolf μπορούσε να διαχειριστεί καλύτερα ένα σωρό ανθρώπους, από το Muddy ή οποιονδήποτε άλλο. Εκεί που ο Muddy θα συμφωνούσε με τα στελέχη της Chess, ο Wolf θα υπερασπιζόταν τον εαυτό του και τους μουσικούς του”.

Τα επόμενα χρόνια, ο Wolf συνέχισε να κάνει ζωντανές εμφανίσεις με τέτοια ένταση, που θα είχε εξαντλήσει έναν άντρα με τα μισά του χρόνια, συχνά σε μικρά clubs, όπου άλλοι γνωστοί πλέον bluesmen είχαν ήδη εγκαταλείψει. Ο Wolf απαντούσε πολύ απλά, “Τραγουδάω για τον κόσμο”.

Το 1964, παντρεύτηκε τη μεγάλη του αγάπη, Lillie Handley, την οποία είχε γνωρίσει το 1957 σε ένα nightclub του Chicago. Ο Wolf αποκαλούσε τη Lillie: “λουλούδι, από την πρώτη μέρα που τη γνώρισα”. Παρά την άγρια σκηνική παρουσία του και το έως τρομακτικό μέγεθός του, ο Wolf ήταν ένας υπεύθυνος, μεσοαστός οικογενειάρχης, εκτός σκηνής, ειλικρινής, εργατικός και ακέραιος μέχρι αηδίας.

Wolf’s collaborator on many of his greatest songs was guitar wizard Hubert Sumlin, who continues to play today. Hubert plays electric guitar with his bare fingers—an oddity for a Chicago bluesman—and his eccentric, slashing style made him a favorite of Eric Clapton, Jimmy Page, Stevie Ray Vaughan, Jimi Hendrix, Peter Green, and many other guitarists from the 1960s onward.

Κατά τη διάρκεια των ’60s, οι Wolf και Hubert συνέχισαν να ηχογραφούν εκπληκτικά blues, που οδήγησαν στα κλασικά blues-rock κομμάτια όπως τα “Commit a Crime”, “Hidden Charms” και “Love Me, Darlin’”. Το 1964, περιόδευσε στην Ευρώπη, από το Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι την Ανατολική Ευρώπη, με το American Blues Festival. Το 1965, εμφανίστηκε στο αμερικάνικο τηλεοπτικό πρόγραμμα “Shindig” μαζί με τους Rolling Stones. Το 1970 ηχογράφησε το «The London Howlin’ Wolf Sessions» στην Αγγλία μαζί μετον Eric Clapton, μέλη των Rolling Stones και άλλους Βρετανούς rock stars. Ήταν βέβαια το μεγαλύτερο σε πωλήσεις του album, φτάνοντας στο Νο79 των pop charts.

Καθόλου άσχημα για ένα εξηντάχρονο άντρα και μάλιστα πολύ άρρωστο. Τέλη της δεκαετίας των ’60s και ’70s, ο Wolf υπέστει αρκετές καρδιακές προσβολές και το νεφρό του άρχισε να τον εγκαταλείπει. παρά την άσχημη κατάσταση της υγείας του, ο Howlin’ Wolf συνέχισε στωικά να ηχογραφεί και να εμφανίζεται ζωντανά. Το 1972 κυκλοφόρησε μία ζωντανή ηχογράφηση από ένα club του Chicago, “Live and Cookin’ at Alice’s Revisited”. Το 1973, έβγαλε και το τελευταίο studio album του, το “Back Door Wolf”, στο οποίο συμπεριέλαβε  το ειρωνικό και εμπρηστικό“Coon on the Moon”, το αυτοβιογραφικό “Moving” και “Can’t Stay Here”.

Η τελευταία του ζωντανή εμφάνιση έγινε το Νοέμβριο του 1975 στο Chicago Amphitheater. Μαζί με τους B.B. King, Albert King, O. V. Wright, Luther Allison και πολλούς άλλους μεγάλους bluesmen, ο Wolf έκανε μία ηρωική εμφάνιση, έχοντας κυριολεκτικά αναστηθεί από το νεκροκρέβατο για να ξαναπαίξει πολλά από τα παλιά του κομμάτια και να ξανακάνει τα παλιά του κόλπα επί σκηνής, όπως το να σέρνεται επί της σκηνής καθώς τραγούδαγε το “Crawling King Snake”. Το κοινό ξετρελάθηκε και τον χειροκροτούσε επί πέντε λεπτά όρθιο. Μόλις κατέβηκε από τη σκηνή τον παρέλαβε ασθενοφόρο για να τον πάει κατευθείαν στο νοσοκομείο. Μετά από δύο μήνες πέθανε, όταν η καρδιά του δεν άντεξε κατά τη διάρκεια μιας επέμβασης.

Ο Wolf εισήχθη στο Blues Foundation’s Hall of Fame το 1980 και στο Rock & Roll Hall of Fame το 1991. Δε θα ξαναυπάρξει άλλος κανείς σαν τον Howlin’ Wolf. Οι βιογράφοι του, Jim Segrest και Mark Hoffman, πιστεύουν ότι ήταν ο πιο συναρπαστικός τραγουδιστής και performer στην ιστορία της blues μουσικής, πολλοί ειδικοί του χώρου συμφωνούν με αυτή την άποψη και φυσικά εμείς συμφωνούμε απόλυτα (βασιζόμενη μόνο σε ακούσματα και video, δυστυχώς). Όπως το έθεσε και ένας κριτικός των blues, “Αν θέλει κάποιος να μάθει τι εστί σκηνική παρουσία, απλά δείξε τον Howlin’ Wolf και διαίρεσέ το με δέκα!”

Πηγές: Επίσημο Website του Howlin’ Wolf

Δισκογραφία: Wikipedia

5 σχόλια στο Howlin’ Wolf

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s